Ο ΚΥΚΛΟΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 5 ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ. ΦΕΤΙΝΟ ΘΕΜΑ: "ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ".
ΤΟ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΙΣ 12.00 -13.00, ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΛΥΚΕΙΟΥ ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΙΣ 13.00 -14.00.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Η αλήθεια για τα Χριστούγεννα και η μυθοποίηση των Χριστουγέννων


Η αλήθεια για τα Χριστούγεννα και η μυθοποίηση των Χριστουγέννων
Γεώργιος Μεταλληνός
Με την ενανθρώπηση και τη γέννησή Του ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός πραγματοποιεί το σκοπό της πλάσεως του ανθρώπου, την εμφάνιση του Θεανθρώπου στην Ιστορία. Την ένωση του κτιστού πλάσματος με τον Άκτιστο Πλάστη. Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως είναι η θέωση του ανθρώπου. «Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). «Άνθρωπος γαρ εγένετο ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος» (Ι. Χρυσόστομος). Στη λογική ενός ηθικιστού ο όρος «θεοποιηθώμεν», που χρησιμοποιούν Πατέρες, όπως ο Μ. Αθανάσιος, είναι σκάνδαλο. Γι’ αυτό μιλούν για «ηθική θέωση». Διότι φοβούνται να δεχθούν ότι με τη θέωση μεταβάλλεται «κατά χάριν» αυτό που ο Τριαδικός Θεός είναι «κατά φύσιν» (άκτιστος, άναρχος, αθάνατος). Τα Χριστούγεννα είναι, γι’αυτό, άμεσα συνδεδεμένα και με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αλλά και την Ανάληψη και την Πεντηκοστή. Ο Χριστός-Θεάνθρωπος χαράζει το δρόμο, που καλείται να βαδίσει κάθε σωζόμενος άνθρωπος, ενούμενος μαζί Του. Ο Ευαγγελισμός και τα Χριστούγεννα οδηγούν στην Πεντηκοστή,, το γεγονός της θεώσεως του ανθρώπου εν Χριστώ, μέσα δηλαδή στο σώμα του Χριστού. Αν τα Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεού ως ανθρώπου, η Πεντηκοστή είναι η τελείωση του ανθρώπου ως Θεού κατά χάριν. Με το βάπτισμά μας μετέχουμε στη σάρκωση, το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ζούμε και μεις τα «Χριστούγεννά μας», την ανά-πλασή μας. Οι Άγιοι δε, που φθάνουν στην ένωση με το Χριστό, τη θέωση, μετέχουν στην Πεντηκοστή και φθάνουν έτσι στη τελείωση και ολοκλήρωση του αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου. Αυτό σημαίνει εκκλησιαστικά πραγμάτωση του ανθρώπου, εκπλήρωση δηλαδή του σκοπού της υπάρξεώς του.

Όσο και αν είναι κουραστικός ο θεολογικός λόγος, και μάλιστα στον αμύητο θεολογικά σύγχρονο άνθρωπο, δεν εκφράζει παρά την πραγματικότητα της εμπειρίας των Αγίων μας. Μέσα από αυτήν την εμπειρία και μόνο μπορούν να κατανοηθούν εκκλησιαστικά, δηλαδή Χριστοκεντρικά, τα Χριστούγεννα. Αντίθετα, η αδυναμία του μη αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τα Χριστούγεννα έχει οδηγήσει σε κάποιους γύρω απ’ αυτά μύθους. Οι άγευστοι της αγιοπνευματικής ζωής, μη μπορώντας να ζήσουν τα Χριστούγεννα, μυθολογούν γι’αυτά, στα όρια της φαντασίας και μυθοπλασίας, χάνοντας το αληθινό νόημά τους. Όπως μάλιστα θα δούμε, ο αποπροσανατολισμός αυτός δεν συνδέεται πάντοτε με την άρνηση του μυστηρίου, αλλά με αδυναμία βιώσεώς του, που οδηγεί αναπόφευκτα στην παρερμηνεία του.

Μία πρώτη μυθολογική απάντηση στο ερώτημα των Χριστουγέννων δίνεται από την αίρεση, τη στοχαστική και ανέρειστη –ανεμπειρική δηλαδή- θεολόγηση. Ο δοκητισμός, η φοβερότερη αίρεση όλων των αιώνων, δέχθηκε κατά φαντασίαν νάρκωση του Θεού Λόγου (δοκείν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία του Θεού στην ενδοκοσμική πραγματικότητα. Για ποιο λόγο θα μπορούσε να ερωτήσει κανείς. Οι Δοκήται ή Δοκηταί κάθε εποχής δεν μπορούν να ανεχθούν, στα όρια της λογικής τους, τη σάρκωση και τη γέννηση του Θεού ως ανθρώπου. Μεταβαλλόμενοι σε αυτόκλητους υπερασπιστές του κύρους του Θεού, ντρέπονται να δεχθούν κάτι που ο ίδιος ο Θεός επέλεξε για τη σωτηρία μας. Το δρόμο της μητρότητας. Να γεννηθεί δηλαδή από μια Μάνα, έστω και αν αυτή δεν είναι άλλη από το καθαρότερο πλάσμα όλης της ανθρώπινης ιστορίας, την Παναγία Παρθένο. Όλοι αυτοί μπορούν να καταταχθούν στους «υπεράγαν» Ορθοδόξους (κατά τον άγ. Γρηγόριο το Θεολόγο). Γιατί ο Δοκητισμός οδήγησε στο Μονοφυσιτισμό, στην άρνηση της ανθρωπότητας του Χριστού. Είναι οι συντηρητικοί, οι τυποκράτες, οι ευσκανδάλιστοι. Γι' αυτούς όλους είναι σκάνδαλο η αλήθεια, η πραγματικότητα, η ιστορικότητα. Ενώ άλλοι απορρτίπτουν τη θεότητα του Χριστού, αυτοί αρνούνται την ανθρωπότητά του. Και όμως, η Ορθοδοξία ως Χριστιανισμός στην αυθεντικότητά του, είναι η «ιστορικότερη θρησκεία», κατά τον αείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζει στην πραγματικότητα των ενεργειών του Θεού για τη σωτηρία μας και τις δέχεται με το ρεαλισμό της Θεοτόκου: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1,38)! «Και ο Πιλάτος στο Σύμβολο» λέγει μια ωραία σερβική παροιμία. Διότι ο Πιλάτος, ο πιο άβουλος αξιωματούχος της ιστορίας, ως υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, βεβαιώνει την ιστορικότητα του Ευαγγελίου. Εις πείσμα όμως των Δοκητών ο Θεός-Λόγος «σαρξ εγένετο -δηλαδή άνθρωπος- και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού (το άκτιστο φως της θεότητάς Του)» (Ιωάνν. 1, 14). Διότι «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2,9), είναι δηλαδή τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.

Η σάρκωση και γέννηση του Θεανθρώπου είναι σκάνδαλο για την ανθρώπινη σοφία, που αυτοκαταργούμενη και αυτοαναιρούμενη σπεύδει να χαραχτηρίσει «μωρία» το μυστήριο του Χριστού, που κορυφώνεται στον σταυρικό του θάνατο (Α' Κορ. 1,23). Είναι δυνατόν ο Θεός να φθάσει σε τέτοιο όριο κενώσεως, ώστε να πεθάνει πάνω στο σταυρό ως Θεάνθρωπος; Αυτό είναι το σκάνδαλο για τους σοφούς του κόσμου. Γι' αυτούς οι «θεοί» του κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τους ανθρώπους γι' αυτούς, δεν θυσιάζονται αυτοί για τους ανθρώπους. Πώς θα δεχθούν το μυστήριο της Θείας Ανιδιοτέλειας; «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν (θυσίασε) ... ίνα σωθή ο κόσμος δι' αυτού» (Ιωανν. 3, 16. 17). Στα όρια της «λογικής» ή «φυσικής» θεολογήσεως χάνεται τελικά το θείο στοιχείο στο πρόσωπο του Χριστού και μένει το ανθρώπινο, παρανοημένο και αυτό και παρερμηνευόμενο. Διότι δεν υπάρχει ιστορικά άνθρωπος-Χριστός, αλλά Θεάνθρωπος. Η ένωση Θεού και ανθρώπου στο πρόσωπο Θεού-Λόγου είναι «ασύγχητη» μεν, αλλά και «αδιαίρετη». Οι «λογικές» ερμηνείες του Προσώπου του Χριστού αποδεικνύονται παράλογες, διότι αδυνατούν να συλλάβουν με τη λογική το «υπέρλογο».

Η νομική-δικανική συνείδηση ζει και αυτή στο Χριστό το σκάνδαλό της. Αναζητεί σκοπιμότητα κοινωνική στη Σάρκωση και καταλήγει και αυτή στο μύθο, όταν δεν αυτοπαραδίδεται στον Θείο Λόγο. Οι Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσω του διακεκριμένου σχολαστικού τους Ανσέλμου (11ος αι.), το μύθο της «ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης». Ο Θεός-Λόγος σαρκούται, διά να σταυρωθεί-θυσιασθεί και δώσει έτσι ικανοποίηση στην προσβλή που προξένησε στο Θεό η ανθρώπινη αμαρτία! Τα κρατούντα τότε στη φραγκική φεουδαρχική κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικά) στο Θεό, που παίρνει τη θέση στη φραγκογερμανική φαντασία ενός υπεραυτοκράτορα. Ας φωνάζει ο Ιωάννης: «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν...» (3,16), ή ο Παύλος: «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην προς ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών, Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5,8). Όχι! «Για να πάρει εκδίκηση» και «ζητώντας ικανοποίηση» θα μάθει να φωνάζει ο δυτικός (ή δυτικοποιημένος) άνθρωπος.

Έτσι πλάσθηκε ένας «Χριστιανισμός» άλλου είδους, που δεν διαφέρει από μυθοπλασία, αφού προβάλλει στο Θεό τη φαντασία και τις προλήψεις μας. Η εκλογίκευση και η εκνομίκευση του μυστηρίου του Θεανθρώπου είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος του Χριστιανισμού στην ιστορία.

Η θρησκευτική (τυπολατρική) συνείδηση ζει το «σκάνδαλο» της ενανθρωπήσεως καταφεύγοντας στη θρησκειοποίηση της Πίστεως. Εξαντλεί το νόημα των Χριστουγέννων στις τελετές και χάνει τον αληθινό σκοπό τους, που είναι η «υιοθεσία» (θέωση). «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν...» (Γαλ. 4,5). Είναι το σκάνδαλο του φαρισαϊσμού, έστω και αν λέγεται Χριστιανισμός.

Είναι όμως οι εχθροί του «παιδίου» που βιώνουν το σκάνδαλο της εξουσίας. Ο Ηρωδισμός! Οι κρατούντες ή μάλλον «δοκούντες άρχειν...» (νομίζοντες ότι κυβερνούν) (Μαρκ. 10,42), όπως ο Ηρώδης, βλέπουν στον νεογέννητο Χριστό κάποιον ανταγωνιστή και κίνδυνο των συμφερόντων τους. Γι' αυτό «ζητούσι την ψυχήν του παιδίου» (Ματθ. 2,20). Παρερμηνεύουν έτσι τον αληθινό χαραχτήρα της βασιλικής ιδιότητας του Χριστού, της οποίας «ουκ έσται τέλος». Ο Χριστός ως Βασιλεύς όλης της κτίσεως είναι ο μόνος αληθινός Κύριός της, ο δημιουργός και σωτήρας της και όχι ως οι Ηρώδες του κόσμου τούτου, που αδίστακτοι δολοφονούν, για να κρατήσουν την εξουσία τους.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ορθής προσεγγίσεως των Χριστουγέννων, δηλαδή αγιοπνευματικής: «Τοίνυν εορτάζομεν μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς. μη κοσμικώς, αλλά υπερκοσμίως . μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου (=όχι δηλαδή τους εαυτούς μας, αλλά τον Χριστόν ας τιμάμε...). μάλλον δε τα του Δεσπότου. μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας. μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Μικρός ἤ Μεγάλος Ἁγιασμός;



Μικρός ἤ Μεγάλος Ἁγιασμός;

(+) Πρωτοπρεσβύτερος π. Μαρίνος Γεωργακόπουλος
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅπου ὑπάρχει πνευματική ὠφέλεια, ἐκεῖ πολλές φορές ἐπικρατεῖ συσκότιση καί κυκλοφοροῦν διαφορετικές ἐξηγήσεις καί ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες δυσκολεύουν τούς Χριστιανούς νά ἐπωφεληθοῦν ὅσο πρέπει καί ταιριάζει τίς ἁγιαστικές πράξεις τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Γι’ αὐτό θεωροῦμε σκόπιμο ἀπό τίς στῆλες τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἐνοριακοῦ ἐντύπου νά δοῦμε μέ συντομία τήν περίπτωση τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, ὅπως μᾶς τήν διασώζει ἡ γραπτή παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Καί πρῶτα – πρῶτα· Τί εἶναι ὁ ῾Αγιασμός;

Γράφει ὁ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν κ. Εὐάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «᾿Εφημέριος» τοῦ ἔτους 1965, σελ. 10 κ.ἑ.· «῾Αγιασμός τῶν ὑδάτων εἶναι ἡ τελετουργική πρᾶξις, διά τῆς ὁποίας ὕδωρ καθαγιάζεται δι’ ὡρισμένων εὐχῶν καί ἐπικλήσεως τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὡς καί διά σταυροειδοῦς εὐλογίας καί ἐμβαπτίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ῾Η τελετή αὕτη λέγεται «῾Αγιασμός» ἀκριβῶς διότι διά τοῦ ηὐλογημένου ὕδατος καί «τῆς τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμοῦ» πιστεύομεν, ὅτι ἁγιαζόμεθα καί καθαριζόμεθα τῶν ἁμαρτιῶν. Διά τοῦτο «δεόμεθα τοῦ Θεοῦ», ὅπως τό ἀγιαζόμενον ὕδωρ γένηται ἰαματικόν ψυχῶν καί σωμάτων καί πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν.»

῾Η χρησιμοποίηση ἁγιασμένου νεροῦ συναντᾶται σέ πολύ παλαιούς χρόνους τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν.

᾿Από ἀρχαίους ἐκκλησιαστικούς ἱστορικούς, ὅπως εἶναι ὁ ᾿Επιφάνιος, ὁ Θεοδώρητος κ.ἄ., ἀναφέρονται θαύματα πού ἔγιναν μέ τό ραντισμό ἁγιασμένου νεροῦ, πού ἁγιάστηκε μόνο μέ τή σφράγιση διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἐπίκλησης τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος.

῾Ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας, στόν Α´ τόμο τῆς Θρησκευτικῆς καί Χριστιανικῆς ᾿Εγκυκλοπαίδειας (᾿Αθῆναι 1936, σελ. 136) γράφει σχετικά· «῾Η χρῆσις ὕδατος ἐπί σκοποῦ ἰάσεως ἀσθενῶν ἤ καθαγιασμοῦ τόπων βεβηλωμένων διά τῆς ἐν αὐτοῖς ἀνεγέρσεως εἰδωλείων ἤ βωμῶν εἰδωλολατρικῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ ἁγιασμός ἐγίνετο οὐχί δι’ ἰδιαιτέρας τινός ἀκολουθίας, ἀλλά μόνον διά τῆς ἁπλῆς σφραγίσεως αὐτοῦ διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, ἀνάγεται εἰς χρόνους παλαιοτάτους».

῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι τό ἁγιασμένο νερό χρησιμοποιήθηκε ἀπό τήν ᾿Εκκλησία σέ πολύ παλαιούς χρόνους καί μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου διαμορφώθηκαν οἱ ἰδιαίτερες ἀκολουθίες πού ἔχουμε μέχρι σήμερα.

Οἱ ἀκολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας μας πού «καθαγιάζουν τά ὕδατα» εἶναι τρεῖς· Τό Βάπτισμα, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός καί ὁ Μικρός.

Μαρτυρία γιά τό Μεγάλο ῾Αγιασμό μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος πού σέ μιά ὁμιλία του, πού ἔκανε στό ἅγιο Βάπτισμα τοῦ Κυρίου, κάνει λόγο καί γιά τούς πιστούς τῆς ἐποχῆς του, πού εἶχαν τή συνήθεια νά κρατοῦν καί νά φυλάγουν τό Μεγάλο ῾Αγιασμό στά σπίτια τους. ῾Ο καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου κ. ᾿Ιωάννης Φουντούλης γράφει σχετικά στήν ὑπ’ ἀριθμ. 79 ἀπάντησή του στό βιβλίο του (᾿Απαντήσεις εἰς Λειτουργικάς ἀπορίας, σελ. 142-143)· «῾Ο ἱερός Χρυσόστομος στό λόγο του ὁμιλεῖ γιά τή συνήθεια τῶν πιστῶν νά ἀντλοῦν ἀπό τό ἁγιαζόμενο κατά τήν ἑορτή αὐτή νερό καί νά τό διατηροῦν στά σπίτια των καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἐπί δύο καί τρία ἀκόμη ἔτη. ᾿Ασφαλῶς σκοπός τους ἦταν νά πίνουν ἀπό αὐτό ἤ νά χρίωνται καί νά ἁγιάζωνται ἄν κατά τή διάρκεια τοῦ ἔτους εὑρίσκοντο σέ ψυχική ἤ σέ σωματική ἀνάγκη».

῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ ἐκτός ἀπό τά εἰρηνικά της, πού περιέχουν σχετικές αἰτήσεις μέ τή θεραπεία τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν πιστῶν ὅπως εἶναι· «῾Υπέρ τοῦ γενέσθαι τό ὕδωρ τοῦτο… εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος… καί ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων…», ἀναφέρεται καί στή διατήρησή του ὡς ἰατρεῖον παθῶν· «Αὐτός, οὖν, φιλάνθρωπε βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τοῦτο καί δός αὐτῷ τήν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τήν εὐλογίαν τοῦ ᾿Ιορδάνου. Ποίησον αὐτό ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον. ῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ‘‘ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν τε καί σωμάτων’’ πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν, ἐπιτήδειον…».

῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ τῶν Θεοφανίων ἐπεκράτησε σχεδόν ἀπό τόν Ε´ αἰῶνα νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μετά τήν ἀπόλυση τοῦ ὄρθρου, σύμφωνα μέ τά μυστηριακά τυπικά ἤ μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας κατά τήν ἐνοριακή πράξη τῆς ᾿Εκκλησίας μας σήμερα.

᾿Αρχικά ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός γινόταν σέ ἀνάμνηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου στή διάρκεια τῆς μεγάλης παννυχίδας (ὁλονυκτίας) τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων. Μετά ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου ἐτελεῖτο ἡ ἀκολουθία τοῦ ῾Αγιασμοῦ καί οἱ πιστοί «ἀντλοῦσαν» ἁγιασμένο νερό, ἔπιναν καί «ἐρραντίζοντο» καί ἔπειτα, σ’\αὐτό τό νερό, τό ἁγιασμένο μέ τίς εὐχές τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐβαπτίζοντο οἱ κατηχούμενοι. Στή λειτουργία πού ἀκολουθοῦσε στή συνέχεια, ἦσαν καί οἱ νεοφώτιστοι, πού γιά πρώτη φορά ἔπαιρναν μέρος, γι’\αὐτό καί μέχρι σήμερα ψάλλεται σ’\αὐτή ἀντί τοῦ τρισαγίου ὕμνου, τό «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…».

Στήν οὐσία, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ξεκίνησε ἀπό τό εὐλογημένο νερό τοῦ ἱεροῦ Βαπτίσματος. Καί αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τή σύγκριση καί ὁμοιότητα πού παρουσιάζουν οἱ δύο ἀκολουθίες, τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, μέχρι σήμερα.

῾Ο ἱερός Αὐγουστῖνος σημειώνει ὅτι στίς ἡμέρες του, γονεῖς ἔφερναν τά παιδιά τους νά τά βαπτίσουν ὄχι γιά νά λάβουν τά πνευματικά χαρίσματα τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά γιά νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τίς «ἰαματικές ἰδιότητες» πού εἶχε τό εὐλογημένο νερό καί νά γίνουν καλά ἀπό τίς διάφορες σωματικές τους ἀσθένειες. Σέ μιά του ἐπιστολή, ὁ ἴδιος πατήρ, ἀναφέρει ὅτι δύο πρόσωπα κατά τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος ἔγιναν καλά ἀπό ἀνίατες ἀρρώστειες. (Βλέπε καί Θρησκευτική καί ᾿Ηθική ᾿Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Α´ σελ. 225).

῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι πολύ γρήγορα σχηματίσθηκε ἡ πεποίθηση στούς πιστούς χριστιανούς ὅτι τό ἁγιασμένο νερό τοῦ Βαπτίσματος ἦταν χρήσιμο καί γιά τούς βαπτισμένους πιστούς προκειμένου νά τό ἔχουν σάν φάρμακο στά σπίτια τους, γιά μετάληψη καί ραντισμό.

Γιά λόγους πρακτικούς καί γιά νά μήν ἐμποδίζονται οἱ λειτουργοί ἱερεῖς στό βάπτισμα τῶν πολλῶν κατηχουμένων ἀπό τήν προσέλευση τῶν πιστῶν πρός ἄντληση ἁγιασμένου νεροῦ, καθιερώθηκε ἡ τελετή τῆς ἀκολουθίας τοῦ ῾Αγιασμοῦ νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή στήν παννυχίδα καί τήν ἑπομένη ἡμέρα τῆς ῾Εορτῆς.

Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ (ΣΤ´ αἰώνας) καί τήν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ἐξακολουθεῖ νά γίνεται δύο φορές μέχρι τίς ἡμέρες μας, χωρίς νά ὑπάρχει διαφορά τοῦ ἑνός ῾Αγιασμοῦ τῆς παραμονῆς καί τοῦ ἄλλου τῆς ἑορτῆς, 5 καί 6 ᾿Ιανουαρίου.

῾Η ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, εἴτε τελεῖται τήν παραμονή, εἴτε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων.

῾Ο καθηγητής ᾿Ι. Φουντούλης, σημειώνει στήν ὑπ’ ἀριθμ. 208 ἀπάντησή του·

«Καί ὅπως ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία καί αὐτή εἴτε τελεῖται τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τήν Κυριακή, ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τοῦ ἔτους καί ὁ κοινωνῶν κοινωνεῖ πάντοτε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, ἔτσι καί στήν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ μεταβάλλεται διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τό εὐλογούμενο ὕδωρ σέ Μέγαν ῾Αγιασμό, σέ ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο ἡμέρες τελεσθεῖ ἡ ἀκολουθία. ῾Η διπλή τέλεσις τῆς ἀκολουθίας προῆλθε ἀπό καθαρῶς πρακτικούς λόγους, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν».

Πολλοί κατά διαστήματα προσπάθησαν νά δώσουν διάφορες ἐξηγήσεις καί συμβολισμούς στίς δύο ἀκολουθίες καί ἴσως ἀπ’ αὐτό νά προῆλθε ἡ σύγχυση πού ἐπικρατεῖ σήμερα καί θέλει νά ξεχωρίσει τόν ἕναν ῾Αγιασμό ἀπό τόν ἄλλο.

῾Ο ἴδιος καθηγητής γράφει στή συνέχεια τήν ἀπάντηση:

«…Καί ὁ Καμπανίας Θεόφιλος στό “Ταμεῖον ᾿Ορθοδοξίας” προσπαθεῖ νά δώσει μία ἑρμηνεία στήν διπλή τέλεσι· αὐτός ἐπικαλεῖται πρακτικούς λόγους, τό “Φώτισμα” δηλαδή τῶν “οἴκων, χώρων, μανδρῶν καί παντός ἐκτός καί ἐντός οἰκήματος ἀνθρώπων καί θρεμμάτων”, πού ἐγένετο ἀπό τούς ἱερεῖς κατά τήν παραμονή “ἐν γάρ τῇ τῶν Θεοφανίων, ἡμέρᾳ δεσποτικῇ, οὐ πρέπον τούς ἱερεῖς περιάγειν καί τούς ἄλλους ἐνοχλεῖν». Οὔτε κἄν περνᾶ ἡ σκέψις σ’ ὅλους τούς ἀνωτέρω, ὅτι ὑπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἁγιάσεως τοῦ ὕδατος.»

῞Οσο γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ Παϊσίου Γάζης, πού μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος εἰς τό “Πηδάλιον”, σέ ὑποσημείωση στόν ξε´ κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὅτι ὁ τῆς Παραμονῆς “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματοςτοῦ ᾿Ιωάννου… διά τοῦτο καί γίνεται ταπεινά” καί τῶν Φώτων ὅτι “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου… διά τούτου καί γίνεται μετά παρρησίας καί παραπομπῆς” εἶναι μία εὐσεβής ἐξήγηση, χωρίς ὅμως κανένα ἱστορικό ἤ λειτουργικό ἔρεισμα.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία μας ἀπό τότε πού καθιέρωσε τήν τέλεση τοῦ ῾Αγιασμοῦ, σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας στόν ᾿Ιορδάνη ποταμό, συνέστησε κατά κάποιο τρόπο, μιά ἰδιαίτερη εὐλάβεια στό ἁγιασμένο νερό. ᾿Ακόμη καί ἡ προέλευση καί σχέση τῆς ἀκολουθίας μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τοποθέτησε «ἱεραρχικά», κατά τάξη θά λέγαμε, τό Μεγάλο ῾Αγιασμό ὕστερα ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Στόν Κώδικα 978 τοῦ Σινᾶ ἀναφέρεται «δεύτερον τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας» καί σημειώνεται ἀκόμη ὅτι δινόταν σάν βοηθητικό μέσο σ’ αὐτούς πού εἶχαν κάποιο ἐμπόδιο καί δέν μποροῦσαν νά ἔχουν συμμετοχή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

῾Η ὑπέρμετρη αὐτή εὐλάβεια στό Μεγάλο ῾Αγιασμό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθοῦν πολλές ὑπερβολές πού δυστυχῶς ἔφθασαν μέχρι τίς ἡμέρες μας.

Καί εἶναι φανερό ὅτι πολλές ἀπ’\αὐτές δέν ἀνταποκρίνονται, ὅπως φαίνεται, στά πράγματα.

῾Η ἴδια ᾿Ακολουθία, ὅπως σημειώσαμε, κάνει λόγο γιά διαρκή χρήση τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καί συνιστᾶ νά τό ἔχουμε πρός «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον» («᾿Εφημέριος» ἔτους 1969, σελ. 59 κ.ἑ.).

Χρειάζεται πολλή προσοχή ἀπό τούς πνευματικούς Πατέρες ἡ σύσταση πού κάνουν σέ μερικούς· «Νά κοινωνήσεις μέ Μεγάλο ῾Αγιασμό», χωρίς προηγουμένως νά ἐξηγήσουν μέ λεπτομέρεια τή σωστή χρήση καί τά ἀποτελέσματα τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. Τίποτε δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τή Θεία Κοινωνία, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, μέ τόν ὁποῖο πρέπει μέ κάθε θυσία καί κατάλληλη προετοιμασία νά προσερχόμεθα γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του.

Οὔτε εἶναι σωστή ἡ σύσταση νά ζητοῦν οἱ πιστοί νά λάβουν Μεγάλο ῾Αγιασμό τήν ὥρα πού ὁ Λειτουργός ἱερεύς μεταδίδει ἀπό τήν ὡραία Πύλη τή Θεία Μετάληψη καί ἰδιαίτερα στίς «μεγάλες μέρες» πού ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία γίνεται σχεδόν ἀπό τό σύνολο τῶν πιστῶν ἐνοριτῶν.

Μερικοί μιλοῦν γιά ἐπιστροφή τοῦ ἁγιάσματος στό Ναό, ἄν δέν χρησιμοποιηθεῖ τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων. Αὐτό εἶναι παράδοξο, κι ὅταν λέγεται ἀκόμη καί ἀπό μορφωμένους ἱερεῖς, πού ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν μελετήσει τό θέμα καί χειρίζονται μέ ὑπευθυνότητα τά ἁγιαστικά μέσα τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό «ἀντιστρατεύεται» ἡ πραγματικότητα καί ὁ σκοπός τοῦ ῾Αγιασμοῦ μέ ἀποτέλεσμα πολλοί πιστοί νά στεροῦνται ἀπό τίς πολλές καί χρήσιμες ἰδιότητες τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ, πού ὠφελεῖ μέ πολλούς τρόπους τήν πνευματική μας ζωή καί μᾶς βοηθάει νά πολεμήσουμε τίς διαβολικές ἐνέργειες.



῞Οπως ἀναφέραμε, ὁ ῾Αγιασμός πού γίνεται τήν παραμονή καί αὐτός πού γίνεται τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων, εἶναι ὁ ἴδιος καί μποροῦμε νά τόν πάρουμε καί νά πιοῦμε νηστικοί κατά τή συνήθεια πού ἐπεκράτησε χωρίς καμιά ἰδιαίτερη νηστεία νωρίτερα.

῾Η νηστεία πού κάνουμε τήν παραμονή τῆς ῾Εορτῆς, δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῾Η νηστεία τῆς παραμονῆς εἶναι «κατάλοιπο» τῆς προπαρασκευαστικῆς νηστείας περισσοτέρων ἡμερῶν πού γινόταν γιά τόν ἑορτασμό τῶν τριῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶχε τήν 6η ᾿Ιανουαρίου· Γέννηση, Περιτομή καί Βάπτιση τοῦ Κυρίου. ῞Οταν ἡ Γέννηση μεταφέρθηκε νά ἑορτάζεται στίς 25 Δεκεμβρίου ἡ προπαρασκευαστική νηστεία ἔγινε 40 ἡμέρες πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα καί γιά τά Θεοφάνια λόγῳ τοῦ δωδεκαημέρου ἔμεινε μόνο μιά ἡμέρα νηστείας, ἡ παραμονή 5 ᾿Ιανουαρίου.

Πολλοί ἀπό τούς ἀρχαίους κώδικες κάνουν λόγο γιά μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ πρό τοῦ ἀντιδώρου.

῾Η σύγχρονη πράξη τῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῞Ορους, πού κρατοῦν μέ πολλή προσοχή τίς παραδόσεις, ἔχει τήν ἑξῆς σειρά· Θεία Κοινωνία, ᾿Αντίδωρον, ῾Αγιασμός, κόλυβο. ᾿Ακόμη καί γιά λόγους πρακτικούς σήμερα συνιστᾶται πρῶτα νά παίρνουμε τό ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι τοῦ Λειτουργοῦ ἱερέα καί στή συνέχεια νά μεταβαίνουμε στόν τόπο πού ὑπάρχει τό ἁγίασμα γιά νά μεταλάβουμε ἀπ’\αὐτό καί νά πάρουμε καί γιά τό σπίτι μας.

῾Ο ῾Αγιασμός, πού καθιερώθηκε νά γίνεται τήν παραμονή καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων, ὀνομάσθηκε Μεγάλος ῾Αγιασμός σέ σύγκριση μέ τόν ἄλλο ῾Αγιασμό πού γίνεται σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ χρόνου καί λέγεται Μικρός ῾Αγιασμός.

῾Η ᾿Εκκλησία πολύ νωρίς βρέθηκε στήν ἀνάγκη νά δημιουργήσει ἑορτές, ἀκολουθίες καί ἄλλες παρόμοιες ἐκδηλώσεις, γιά νά μπορέσει νά «ξεκόψει» κατά κάποιο τρόπο τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα ἀπό τή ζωή τῶν πιστῶν της.

῎Ετσι συνέβη καί μέ τή δημιουργία καί καθιέρωση τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ, γιά τόν ὁποῖο τίποτα δέν γνωρίζουμε, γιά τό πότε ἀκριβῶς «εἰσῆλθε» στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο Βαλσαμών, πού σχολιάζει τόν ΞΕ´ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει τά ἑξῆς· «῾Η τῆς νουμηνίας (ἀρχή τοῦ σεληνιακοῦ μηνός) ἑορτή, πρό ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐσχόλασε καί ἀντί ταύτης, Θεοῦ χάριτι, ἱλαστήριοι εὐχαί πρός Θεόν καί ἁγιασμοί ἐπ’\᾿Εκκλησίας παρά τοῦ πιστοῦ λαοῦ γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀρχιμηνίαν καί ὕδασιν εὐλογία, οὐκ ἀντιλογίας, χριόμεθα».

῾Ο Κ. Καλλίνικος στό βιβλίο του «῾Ο Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ» (῎Εκδοσις Β´, 1958, σελ. 581) γράφει σχετικά· «Οἱ μηνιαῖοι ἁγιασμοί δέν εἶναι μέν σύγχρονοι τῶν Χρυσοστόμου, ᾿Επιφανίου, Θεοδωρήτου ἤ καί Σωφρονίου, πλήν δέν εἶναι καί μεταγενέστεροι τοῦ 8ου αἰῶνος, ἐμπεδοθέντες ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καί ὡς ἀντίμετρον καί ἀντισήκωμα εἰδωλολατρικῶν θαλασσίων ραντισμῶν καί ἁγνισμῶν, καθ’ ὧν ὤφειλεν ὁ Χριστιανισμός διά τοῦ αὐτοῦ ὅπλου νά ἀντεπεξέλθῃ».

Στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται σκόπιμο ν’ ἀναφερθεῖ ὅτι ὑπάρχει μαρτυρία κατά τήν ὁποίαν Μικρός ῾Αγιασμός γινόταν καί στό Παλάτι τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρουσίᾳ τῶν Βασιλέων καί γινόταν στήν ἀρχή κάθε μῆνα ἐκτός τοῦ ᾿Ιανουαρίου καί Σεπτεμβρίου, ἐπειδή ἀκολουθοῦσαν οἱ γιορτές τῶν Θεοφανίων καί τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

῎Ετσι ἐξηγεῖται καί ἡ μνημόνευση πού ὑπάρχει στήν εὐχή γιά τούς πιστούς βασιλεῖς καί ἀκόμη τό τροπάριο «Σῶσον Κύριε τόν λαόν Σου… νίκας τοῖς βασιλεύσιν κατά βαρβάρων δωρούμενος» καί ψάλλεται ὅταν «καταδύεται» στό νερό ὁ Τίμιος Σταυρός (Θρησκ. ᾿Εγκυκλ. τόμος Α´, σελ. 142 κ.ἑ.).

῾Η ᾿Ακολουθία τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό βάπτισμα τοῦ Κυρίου, ὅπως εἶναι ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, οὔτε γίνεται σέ ἀνάμνηση ἐκείνου, ὅπως εἶναι ἠ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῎Εχει ἕναν ξεχωριστό χαρακτῆρα καί διαφορετικό σκοπό.

Καθαγιάζεται τό νερό γιά νά χρησιμοποιηθεῖ ἀπό τούς πιστούς γιά τόν ἁγιασμό καί τήν ψυχική καί σωματική θεραπεία καί γιά εὐλογία «τῶν οἴκων καί τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των», ὅπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται στίς αἰτήσεις τῶν εἰρηνικῶν καί στίς εὐχές τῆς ὅλης ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ (᾿Απαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας, ᾿Ι. Φουντούλη, σελ. 74).

Εὔκολα τώρα μποροῦμε νά παρατηρήσουμε ὅτι διαφορά στήν οὐσία μεταξύ τοῦ Μεγάλου καί τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ὑπάρχει. Διαφέρουν μόνο στό χρόνο πού καθιερώθηκε στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας, στήν ᾿Ακολουθία καί στίς μέρες πού γίνονται. ῾Ο μεγάλος ἁγιασμός γίνεται στίς ἑορτές τῶν Θεοφανείων καί ὁ μικρός κάθε πρωτομηνιά καί ὁπότε ἡ ἀνάγκη τῶν πιστῶν τό ζητήσει.

«Μικρός, καθώς νεώτερός του κατά τήν ἡλικίαν καί βραχύτερός του κατά τήν ἔκτασιν. Μικρός διότι ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπαγγέλλεται ἐν μεγάλῳ βαθμῷ ἅπαξ τοῦ ῎Ετους, τοῦτο οὗτος ἔρχεται νά ἐκζητήσῃ παρά Θεοῦ εἰς βαθμόν μικρότερον ἐν οἱᾳδήτινι ἡμέρα καί ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ…» (Κ. Καλλίνικος, σελ. 580).

Καί θά τελειώσω τή μικρή αὐτή μελέτη, περί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ καί τή χρήση του, μέ τά σχετικά πού γράφει ὁ ἀρχιμανδρίτης-ἱεροκήρυξ Χριστόφορος Καλύβας, στό βιβλίο του «᾿Αδελφικά γράμματα» (ἐκδ. 1962, σελ. 257)·

«῾Ο ῾Αγιασμός εἶναι ῾Αγιασμός, εἴτε δίδεται τήν παραμονή τῶν Φώτων, εἴτε τήν ἴδια ἡμέρα εἴτε γίνεται στό σπίτι. Δέν ἔχει διαφορά ὁ ἁγιασμός ὁ Μικρός ἀπό τόν Μεγάλο. Λέγεται Μικρός ἤ Μεγάλος, ἐπειδή οἱ εὐχές εἶναι μικρότερες ἤ μεγαλύτερες, ἐπειδή παρατείνεται περισσότερο ἤ λιγότερο ἡ σχετική ἀκολουθία. Θεαματικά εἶναι αὐτά. Δέ σημαίνουν οὐσία προκειμένου περί τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ καθαροῦ νεροῦ πού βρίσκεται στή λεκάνη. Μήν κρατοῦμε τό λαό μας στό σκοτάδι, στήν πλάνη. Τό ἁγιασμένο νεράκι τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ διατηρεῖται χρόνια, ὅπως καί τό νεράκι τοῦ Μεγάλου λεγομένου ῾Αγιασμοῦ».

Συμπέρασμα:

Μποροῦμε στό σπίτι μας νά ἔχουμε ῾Αγιασμό, ἀρκεῖ νά μήν τόν ξεχνοῦμε στό εἰκονοστάσι, ἀλλά νά τόν χρησιμοποιοῦμε κάθε φορά πού παρουσιάζεται ἀνάγκη.

Μια φυλή κανίβαλων στην Ορθοδοξία



Μια φυλή κανίβαλων στην Ορθοδοξία



Ιεραποστολή στους ανθρωποφάγους*


Εισαγωγή


Το αναδημοσιεύουμε για να πα­ρουσιάσουμε ένα γνήσιο ιεραποστο­λικό φρόνημα που όλοι το έχουμε ανάγκη.
Αυτός ο Φιλόθεος, ήταν φοιτητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αποφοιτούσε το 1874. Ο Φιλόθεος Α­θηναϊδης (φωτο), καταγόμενος από την κω­μόπολη Γραμμενίτσα Άρτας, ήταν κα­λός σπoυδαστής φιλoμαθής και ε­ντρυφούσε πολύ στη μελέτη των αγίων Γραφών. Όταν τελείωσε τον κύ­κλο των σπουδών του, ο Διευθυντής της Σχολής τού πρότεινε να χειροτο­νηθεί ιερέας. Σύμφωνα με τον κα­νονισμό της Σχολής, για να πάρει το πτυχίο του ο οποιοσδήποτε απόφοι­τος έπρεπε πρώτα να χειροτονηθεί ιε­ρέας.
Ξαφνικά από μέσα του αναπήδησε ένας πόθος για ιεραποστολική δράση και αρνείται να χειροτονηθεί. Ο διά­λογος που έγινε μεταξύ αυτού και του τότε Διευθυντή της Θεολογικής Σχο­λής της Χάλκης είναι αξιόλογος, απο­καλυπτικός και μεγάλου ενδιαφέροντος. Αποκαλύπτεται ένα γνήσιο Ορ­θόδοξο ιεραποστολικό φρόνημα. Η καρδιά του Φιλόθεου επυρπολείτο από πόθο προσφοράς και θυσίας, να πάθει και να υποφέρει για το Χριστό. Εφλέγετο από επιθυμία να κηρύξει το Χριστό στα έθνη και στους ειδωλολά­τρες, ώστε κι αυτοί να γνωρίσουν τον Χριστό και να σωθούν, χωρίς να προ­σβλέπει σε αμοιβές και απολαβές. Ή­θελε να γίνει Ιεραπόστολος. Πρέπει δε να ομολογήσουμε ότι αυτό το φρό­νημα λείπει σήμερα από την Ορθόδο­ξη Ελλάδα.
Το φρόνημα του Φιλόθεου διδά­σκει το δρόμο και το καθήκον της ιε­ραποστολής που πηγάζει από το Ευ­αγγέλιο του Χριστού. Είναι πέρα και πάνω από θέσεις και εκκλησιαστικά αξιώματα και απευθύνεται αδιάκριτα προς όλους τους Ορθόδοξους Χρι­στιανούς, άνδρες ή γυναίκες. Το ιεραποστολικό φρόνημα είναι χάρισμα Θεού, είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος, είναι δρόμος αγιασμού. Νομί­ζουμε ότι αυτό το γνήσιο, ευαγγελικό φρόνημα έχει εξασθενήσει σήμερα στην Ορθόδοξη Ελλάδα. Είναι λάθος να ταυτίζεται με τα εκκλησιαστικά α­ξιώματα και την ιερωσύνη. Είναι χα­ρίσματα που δίδει ο Θεός στους πιστούς και δεκτικούς χαρισμάτων για να τα προσφέρουνε στην Εκκλησία του Χριστού ως διακονήματα, όπως τονίζει και 'ο Απ. Παύλος (Α' Κορ. 12/ιβ,28-31). Όλοι μπορούμε να γίνουμε Ιεραπόστολοι ή ακόμα και συνεργοί Ιεραποστόλων, αρκεί να το επιθυμή­σουμε. Άλλωστε η αγία μας Ορθόδο­ξη Εκκλησία ανεκήρυξε ως ισαποστό­λους και αγίους την Αγ. Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα, την Αγ. Ελένη κ.ά. Αλ­λά και όλοι οι μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας, όπως ο Άγιος Δημήτρι­ος, ο Άγιος Παντελεήμων, ο Άγιος Γε­ώργιος, η Αγία Παρασκευή κ.ά. ήταν Ιεραπόστολοι. Γι' αυτό ο Θεός τους ανέδειξε και τους στεφάνωσε με το στέφανο του μαρτυρίου.
Τα μηνύματα που βγαίνουν από το παραπάνω άρθρο είναι πάμπολλα και προς πολλές κατευθύνσεις.
Η Ορθόδοξη εξωτερική ιεραπο­στολή περιμένει Ιεραποστόλους από την Ελλάδα.

Ο διάλογος έχει ως εξής:

.... Ο Φιλόθεος, όπως μάθαμε, προ­σκλήθηκε να χειροτονηθεί και μάλι­στα του είπαν ότι είχε «προοπτικές» να γίνει αρχιερέας.
- Όλα καλά και άγια, είπε, αλλά η εντολή του Χριστού;
- Ποια εντολή; τον ρώτησε ο Διευθυντής της Σχολής.
- Η εντολή «πορευθέντες μαθητεύ­σατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28/κη,19). Εφόσον υπάρχει έστω και ένας άπι­στος πάνω στη γη που δε γνωρίζει το Χριστό και το ευαγγέλιο, η εντολή αυτή υποχρεώνει όλους τους πιστούς να εργάζονται για τον ευαγγελισμό τους. Γιατί οι άλλες Εκκλησίες εργά­ζονται ιεραποστολικά μέσα στους απίστους και τους αγρίους; Υπάρ­χουν εκατομμύρια άπιστοι και ειδω­λολάτρες. Ποιος θα τους διδάξει; Ποιος θα τους φωτίσει; Ποιος θα εκ­πληρώσει την εντολή του Χριστού, αν δεν το κάνουμε εμείς οι Χριστιανοί; Αν όλοι γίνουμε αρχιερείς μένοντας στο ίδιο μέρος, πού είναι τότε το ευ­αγγελικό παράγγελμα και η αποστο­λική εργασία στους απίστους; Ο Παύ­λος περιγράφει όλες τις κακουχίες που πέρασε για το ευαγγέλιο του Χρι­στού (Β' Κορινθ. 11/ια,23-28). Και όλα αυτά τα πέρασε για τη σωτηρία των αδελφών, για να τους οδηγήσει στη Χάρη του Θεού μέσω του Ευαγγελί­ου, για να εκπληρώσει την εντολή «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη!»
- Κι εμείς, απάντησε ο Διευθυ­ντής, εκτελούμε αυτή την εντολή. Η Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία εργάζε­ται μεταξύ των απίστων, αποστέλλει Ιεραποστόλους στην Ιαπωνία και την Κίνα που κηρύττουν το ευαγγέλιο και επιστρέφουν αθάνατες και λογικές ψυχές στον Ιησού Χριστό. Στο Πεκί­νο υπάρχουν πάνω από 50.000 Ορθό­δοξοι Χριστιανοί Κινέζοι. Έχουν να­ούς, επισκόπους, ιερείς, διαβάζουν το Λόγο του Θεού στην κινέζικη γλώσ­σα.
- Αφού, λοιπόν, κ. Διευθυντά, η Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία εργάζε­ται ιεραποστολικά κι έτσι εκπληρώ­νει την εντολή του Χριστού, γιατί να μην εργάζεται και η Ορθόδοξη Ελλη­νική Εκκλησία, αυτή που στο παρελ­θόν τόσο καλά εργάστηκε, διά των με­γάλων της φωστήρων, για την επι­στροφή των Σλάβων, των Βουλγάρων και τόσων άλλων λαών;
- Με ποια μέσα; ρώτησε ο Διευθυ­ντής.
- Υπήρξαν περιστάσεις που υπήρχαν πολλά μέσα και μπορούσαν να γίνουν πολλά καλά. Ίσως αντίξοες περιστάσεις δεν το επέτρεψαν, αλλά, Θεού θέλοντος, θα γίνει στο μέλλον. Γιατί οι Ρώσοι να εργάζονται και να τους επαινούμε κι εμείς να αναπαυό­μαστε; Γιατί να μένουμε στάσιμοι; Γιατί να μην εργαζόμαστε προς δό­ξαν θεού για την επιστροφή των α­δελφών μας από το σκοτάδι της α­γνωσίας στο φως του Χριστού; Όχι, κύριε Διευθυντά! Εγώ δε θέλω να γίνω αρχιερέας! θέλω να κηρύξω το Χριστό μεταξύ των αγρίων και των απίστων. Ας γίνουν άλλοι αρχιερείς.
- Ναι, αλλά αν δε χειροτονηθείς, δε θα πάρεις το δίπλωμά σου!
- Οι Απόστολοι δεν πήραν θεολο­γικά διπλώματα για να κηρύξουν την αλήθεια. Αλλά με ειλικρινή πίστη στο θεό, με φλογερή αγάπη στο Χρι­στό και με ενθουσιώδη ζήλο για την εξάπλωση της αληθινής γνώσης του θεού με το κήρυγμα και το φωτισμό των ανθρώπων.
- Ώστε;
- Εγώ ούτε θα χειροτονηθώ, ούτε δίπλωμα θα πάρω, αφού αυτός είναι ο κανονισμός της Σχολής!
- Και γιατί δε χειροτονείσαι, να πάρεις το δίπλωμά σου, και μετά να ακολουθήσεις την κλίση της καρδιάς σου;
- Διότι, για να αξιωθώ αυτού του αξιώματος, πρέπει πρώτα να δοκιμα­στώ, να υποφέρω για τον Κύριο, να εργαστώ για τους αδελφούς μου, να κοπιάσω εργαζόμενος για το ευαγγέ­λιο και μετά να αναλάβω αυτό το μεγάλο φορτίο. Εάν είμαι ιερωμένος, θα κηρύττω αναγκαστικά, διότι θα είναι καθήκον μου και θα ανταμείβομαι υλικά για την εργασία μου αυτή' αλλά τότε πού θα είναι το καύχημά μου ότι υπηρετώ δωρεάν τον Κύριο; Ναι μεν, ο Κύριος διέταξε «τοίς τό ευαγγέλιον καταγγέλουσιν εκ του ευαγ­γελίου ζεiν» (Α' Κορ. 9/θ,14), αλλά το δέχτηκε αυτό ο πλήρης χριστιανικής αυταπαρνήσεως Παύλος; Όχι βεβαί­ως (Α' Κορ. θ,14-27).
Τι να του έλεγε ο Διευθυντής. Σχε­δόν τον μάλωσε. Τον θεώρησε εκκεντρικό.
Όταν έγιναν όλα αυτά γνωστά και διαδόθηκαν μεταξύ των συμμαθητών του, οι περισσότεροι ομοίως τον μά­λωναν και τον θεωρούσαν παράφρο­να. Εγώ, που γνώριζα το χαρακτήρα του ως συμπατριώτες που ήμασταν, τον θαύμασα και τον μακάρισα.
Όταν βγήκε από το Διευθυντήριο ο Φιλόθεος ήταν γαλήνιος και το πρόσωπό του άστραφτε σαν από θεία δόξα. Έτρεξα στο δωμάτιο.
- Τελείωσαν όλα, μου είπε.
- Χειροτονείσαι; τον ρώτησα.
- Όχι, αναχωρώ.
- Χωρίς το πτυχίο σου;
- Ναι. Χωρίς να γνωρίσω τον κό­σμο, να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και να δω αν μπορώ να αναλάβω τό­σο μεγάλο φορτίο, μπορώ να υποσχε­θώ ενώπιον θεού και ανθρώπων όσα απαιτεί η ιερωσύνη; Είμαστε νέοι, άπειροι από τον κόσμο, γιατί να ανα­γκαζόμαστε σε αυτήν την ηλικία να αναλαμβάνουμε για όλη τη ζωή μας ένα βάρος, το οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα μπορέσουμε να αντέ­ξουμε για πάντα;
Και μου ανέφερε τότε διάφορους μαθητές που για να πάρουν το πτυχίο τους χειροτονήθηκαν και μετά ...
Είχα, λοιπόν, δίκιο. Ας τον ονό­μασε ο Διευθυντής εκκεντρικό. Ας τον θεώρησαν οι συμμαθητές του πα­ράφρονα. Εγώ τον ονόμασα και πί­στεψα ότι ήταν ευσυνείδητος και αλη­θινός Χριστιανός ....
Σε όλους μας γεννάται το ερώτη­μα: Τελικά, τι έγινε ο Φιλόθεος;

Α) Προς την Ινδία

Ο Φιλόθεος Αθηναΐδης, ακολού­θησε το δρόμο της καρδιάς του. Ενώ στην αρχή βρέθηκε σε αδιέξοδο, ο Θε­ός του τα έφερε κατά την καρδίαν του. Γνώρισε τον π. Νεκτάριο, ο ο­ποίος αποσταλείς από το Πατριαρ­χείο θα πήγαινε στην Ορθόδοξη Εκ­κλησία της Καλκούτας Ινδιών και δέ­χτηκε να τον ακολουθήσει, έχοντας πάντα τον πόθο να διδάξει το ευαγγέ­λιο σε ανθρώπους που δεν το είχαν ακούσει ποτέ ξανά. Η συνέχεια όμως είναι τόσο εντυπωσιακή και θαυμα­στή, που μπορεί να χαρακτηριστεί ως και απίστευτη. Είναι όμως αλήθεια!

Β) Στο νησί των ανθρωποφάγων

Στο δρόμο λοιπόν προς την Ινδία, ταξιδεύοντας με πλοίο, και ενώ έπλε­αν στον Ινδικό Ωκεανό, τους έπιασε μεγάλη θαλασσοταραχή και το πλοίο ναυάγησε κοντά στα νησιά Τσάγος, νότια των Μαλδίβων νήσων. Από τους επιβάτες του πλοίου οι περισσό­τεροι κατάφεραν να σωθούν, καθώς κοντά υπήρχε μια συστάδα νησιών. Αλίμονο όμως! Στο νησί κατοικούσε μια φυλή ανθρωποφάγων. Έτσι οι κα­ταταλαιπωρημένοι ναυαγοί, έπεσαν στα χέρια τους και έγιναν τροφή των αγρίων. Πραγματικά φρικιαστικό να βλέπει ο Φιλόθεος τον π. Νεκτάριο, δύο άλλους αλλόδοξους Ιεραποστό­λους που είχαν γνωρίσει και τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες του να καταβροχθίζονται ωμοί από τους ιθαγενείς. Πρόκειται για ανθρώπους που θυσιάστηκαν για το όνομα του Χριστού με τον πλέον βασανιστικό τρόπο. Τον Φιλόθεο όμως τον άφη­σαν για την άλλη ημέρα.
Όταν συνήλθε και είδε όλα τα γενόμενα, τον κατέλαβε τρόμος. Γρήγο­ρα όμως ύψωσε το βλέμμα και την καρδιά του προς το Θεό. Και όντως, ο Θεός έδωσε και πάλι θαυμαστή λύ­ση! Ενώ πλησίασαν για να τον φάνε, ξαφνικά σταμάτησαν, έσκυψαν κάτω και άρχισαν να φωνάζουν «ταμπού! ταμπού!» Τι είχε συμβεί; Μια μεγάλη ελιά στο πρόσωπο του που είχε, την είχαν εκλάβει ως ιερό σημάδι που επεδείκνυε τη θεϊκή του καταγωγή... Έπεσαν λοιπόν και τον προ­σκυνούσαν και του ζη­τούσαν να μην τους καταστρέψει. Αυτή η «τυχαία σύμπτωση» έ­γινε η αφορμή για όλη τη θαυμαστή συνέχεια.
Ο Φιλόθεος αντιμε­τωπίστηκε με φόβο ως θεϊκό πρόσωπο. Αυτός εκμεταλλεύ­τηκε αυτή τη συγκυρία και φρόντιζε συνεχώς να καλλιεργεί το φόβο και το δέος στους «υπηκόους» του, τους επιβλήθηκε και τους διοικούσε. Του έχτισαν ένα σπιτόδεντρο, απ' όπου με τη βοήθεια του «πρωθυπουργού» του (του πρώην αρχηγού τους) τους διοι­κούσε. Μετά από κάποιο διάστημα τους επιτέθηκαν οι ιθαγενείς ανθρω­ποφάγοι από το διπλανό νησί. Τότε, μπροστά στη δύσκολη αυτή περίστα­ση, χρησιμοποίησε ένα περίστροφο που είχε. Από τότε τον θεωρούσαν το θεό που είχε τον κεραυνό. Αυτό μεγά­λωσε το φόβο και το δέος που του εί­χαν.

Γ) Το εκπολιτιστικό του έργο

Ο Φιλόθεος με το φωτισμό του Θεού και με την προσευχή του άρχισε σιγά- σιγά το εκπολιτιστικό του έργο στους ανθρωποφάγους. Τους έβαλε να πλύνουν καλά όλη την περιοχή από τα αίματα, να θάψουν όσους νε­κρούς είχαν απομείνει και απαγόρευ­σε για πάντα την ανθρωποφαγία. Τους έμαθε να ψήνουν το κρέας των ζώων και να μην τρώ­νε ποτέ ωμό -πράγμα που τους ικανοποίησε πολύ-, τους χώρισε σε ομάδες και τους ανέθε­σε αρμοδιότητες. Έτσι, άλλοι κυνηγούσαν, άλ­λοι μάζευαν καρπούς, άλλοι μαγείρευαν, άλ­λοι έκαναν κατασκευα­στικά και επισκευαστικά έργα κ.τ.λ. Όλοι εργάζονταν, όφει­λαν να πλένονται και να φροντίζουν για την καθαριότητα. Με τον καιρό έμαθε τη γλώσσα τους και επινόησε αλφάβητο γι' αυτήν. Φρόντισε δε να διδάξει σε όλους γραφή, ανάγνωση και αριθμητική.

Δ) Ο εκχριστιανισμός των ανθρωποφάγων

Εκτός όμως από τις καθαρά εκπο­λιτιστικές παρεμβάσεις του, επέβαλε και κάποιες συνήθειες ηθικής χρι­στιανικής ζωής, χωρίς όμως να διδά­ξει ποτέ για το Χριστό. Έτσι απαγό­ρευσε την πολυγαμία και κοινογαμία που είχαν. Έφτιαξαν οικογένειες που η κάθε μια έμενε στο δικό της καλυ­βάκι. Επίσης μετέφρασε στη γλώσσα τους την Καινή Διαθήκη -είχε μαζί του μία-, τους έβαλε να φτιάξουν αν­τίγραφα και τη μελετούσαν ο καθένας καθημερινά. Τους είχε μαγέψει τόσο το περιεχόμενο της, που όλοι μελε­τούσαν και απήγγειλαν στίχους της Κ. Διαθήκης απ' έξω. Όταν λοιπόν ήταν έτοιμοι άρχισε να τους εξηγεί τα της πίστεως μας, ξεκινώντας από το ότι ο ίδιος δεν είναι Θεός, αλλά απεσταλ­μένος του, μέχρι και το απολυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού. Έγιναν όλοι τους πιστοί και μάλιστα επεδεί­κνυαν πολύ ζήλο στη μελέτη της Αγίας Γραφής και στην κατήχηση που έκανε ο Φιλόθεος. Εν τω μεταξύ είχε ναυαγήσει κι άλλο πλοίο.

Ε) Το δεύτερο ναυάγιο

Ειδικά στο έργο του εκχριστιανισμού των ανθρωποφάγων απέκτησε βοηθούς δύο νέους ναυαγούς. Είχε γί­νει πάλι άλλο ναυάγιο και οι δύσμοι­ροι είχαν πέσει στα χέρια γειτόνων ανθρωποφάγων. Ο Φιλόθεος και η φυλή του πολέμησαν και τους έσωσαν. Ήταν δύο Ευρωπαίοι ιεραπό­στολοι, ένας αγγλικανός και ένας ρω­μαιοκαθολικός. Αφού συνειδητοποί­ησαν πώς γλίτωσαν και τι έργο είχε επιτελέσει ως τότε ο Φιλόθεος, συμ­φώνησαν να τον βοηθήσουν αποδεχό­μενοι μετά από συζήτηση να ακολου­θήσουν στις βασικές του αρχές το Ορθόδοξο δόγμα, την κοινή της πρώ­της χιλιετίας πίστη. Και οι δύο, με αγνό φρόνημα και καλή διάθεση βοή­θησαν στη διδασκαλία του ευαγγελί­ου στους ιθαγενείς.

Στ) Τρίτο ναυάγιο -θαυμαστό τέλος

Με τη συμπλήρωση τριών ετών από το πρώτο ναυάγιο του Θεόφιλου, ναυάγησε πάλι ένα πλοίο από το ο­ποίο κατάφεραν να σώσουν έναν ηλι­κιωμένο και έναν νεότερο. Τελικά αυ­τοί ήταν πατέρας και γιος, ο πατέρας Επίσκοπος και ο γιος διάκονος, που πήγαιναν ως απεσταλμένοι του Οι­κουμενικού Πατριαρχείου για ιερα­ποστολή στην Ινδία. Έτσι, χάριτι Θε­ού, μπορούσε να ολοκληρωθεί το ιε­ραποστολικό έργο. Ο Επίσκοπος δεν πίστευε σε αυτά που έβλεπε, ήταν ό­μως όλα πέρα για πέρα αληθινά. Προέβη σε λεπτομερή εξέταση όλων των ιθαγενών και, αφού διαπίστωσε ότι όλοι τους ήξεραν σε βάθος την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, τους βάπτισε και τέλεσε τους γάμους τους. Μαζί βαπτίστηκαν και οι δύο ετερόδοξοι ιεραπόστολοι, που μέσω του παραδείγματος και της ορθής θε­ολογικής κατάρτισης του Θεόφιλου, ασπάστηκαν με ζήλο και θέρμη την Ορθόδοξη πίστη. Τελέστηκε η Θεία Λειτουργία και συμμετείχαν όλοι, για δε το Θεόφιλο, που είχε τρία χρόνια να μεταλάβει, ήταν ανεπανάληπτη στιγμή. Μεγάλη όμως ήταν και η χα­ρά για το «ποίμνιο» του, τους ιθαγε­νείς για τους οποίους υπήρξε πραγ­ματικά πνευματικός πατέρας. Μάλι­στα χειροτονήθηκε ιερέας ο πρώην αρχηγός των ιθαγενών, που είχε δεί­ξει ανάλογη πρόοδο στη γνώση και στη ζωή του. Ο Επίσκοπος χειροτό­νησε επίσης τον π. Φιλόθεο. Έτσι ιδρύθηκε ουσιαστικά εκεί η πρώτη Ορθόδοξη Εκκλησία στα νησιά Τσάγος, από τον Ιεραπόστολο Φιλόθεο Αθηναΐδη.
Σε λίγες ημέρες πέρασε από εκεί κοντά ένα πλοίο. Οι πέντε πλέον λευ­κοί αναχώρησαν με προορισμό την Αυστραλία, ενώ οι ιθαγενείς έμειναν πίσω, συνεχίζοντας τη χριστιανική ζωή τους, με το δικό τους ποιμένα και με στόχο να εκχριστιανίσουν και τους κατοίκους των γειτονικών νη­σιών. Ο Θεόφιλος φρόντισε να κρα­τήσει επαφή και αργότερα τους επι­σκέφτηκε ξανά, φροντίζοντας όσο μπορούσε για την πνευματική τους πρόοδο.

Μικρό σχόλιο. Από όλη την κατα­πληκτική ιστορία του Φιλόθεου Αθη­ναΐδη μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το ιεραποστολικό του φρόνημα, ο πό­θος του να υποφέρει για το Χριστό και η εμπιστοσύνη του στο έλεος και στην πρόνοια του Θεού. Ο Θεός τον έστειλε μεταξύ των ανθρωποφάγων και βίωσε τις θαυμαστές επεμβάσεις Του. Ως εκ θαύματος σώθηκε και όλους τους έκανε Ορθόδοξους Χρι­στιανούς.